Ηλέκτρα έμπλεη μίσους


Το μίσος που συγκροτεί το αντικείμενο

Το τελευταίο μέρος του φροϋδικού κειμένου Ενορμήσεις και πεπρωμένα των ενορμήσεων (S.Freud, 1915) μελετά το ζήτημα της αγάπης και του μίσους. Το ζήτημα εισάγεται με την διερώτηση τού πώς πραγματοποιείται «ο μετασχηματισμός (transformation) μίας ενόρμησης στο (υλικό) αντίθετό της» (γεγονός) «που δεν παρατηρείται παρά μόνο σε μία περίπτωση, στην μετατόπιση (transposition) της αγάπης σε μίσος». Ήδη με αυτήν την εισαγωγική φράση αρχίζουμε να αμφιβάλλουμε για την δυνατότητα ενός μετασχηματισμού (transformation) αφού πρόκειται για μία μετατόπιση (transposition), έννοια η οποία δεν εμπεριέχει τη μεταβολή (modification) της συνθήκης, της ποιότητας και της μορφής, μεταβολή η οποία εμπεριέχεται στο φαινόμενο του μετασχηματισμού. Η μετατόπιση δεν θίγει την ουσία των πραγμάτων. Η δυσκολία δηλώνεται από τον ίδιο τον S.Freud λίγες γραμμές παρακάτω όταν γράφει ότι «θα προτιμούσαμε να βλέπαμε μέσα στην αγάπη την έκφραση της συνολικής σεξουαλικής τάσης αλλά ούτε και έτσι δεν θα βγαίναμε από την δυσκολία και δεν θα ξέραμε πώς να συλλάβουμε το υλικό αντίθετο αυτής της τάσης». Στα 1915, η έννοια της ενόρμησης του θανάτου, η οποία είναι το υλικό αντίθετο της ενόρμησης της ζωής, δεν έχει ακόμα σχηματισθεί μέσα στη σκέψη του S.Freud. Η απουσία της δημιουργεί ένα εννοιολογικό κενό στο οποίο είναι απαραίτητο να στηθεί η σκαλωσιά με την οποία θα φτάσουμε στην έννοια της ενόρμησης του θανάτου: η σκαλωσιά αυτή είναι «το μίσος».

Το μίσος είναι το συναίσθημα (affect) το οποίο χαρακτηρίζει το μέρος του εξωτερικού κόσμου το οποίο εκτιμάται από το κεκαθαρμένο εγώ-ευχαρίστηση ως ασύμβατο -άρα και μη ενσωματώσημο- ως προς την αρχή της ευχαρίστησης αυτού του στοιχειώδους εγώ. Το τμήμα αυτό του κόσμου παραμένει ως ξένο, αποβληθέν εκτός του εγώ, και δημιουργεί το «έξω» και το «αντικείμενο». Λέει ο S.Freud: «Το έξω, το αντικείμενο και το μισητό, αρχικά, είναι ταυτόσημα. Όταν αργότερα το αντικείμενο αποδεικνύεται να είναι πηγή ευχαρίστησης, αγαπάται αλλά και συγχρόνως ενσωματώνεται στο εγώ, με αποτέλεσμα, για το καθαρθέν εγώ-ευχαρίστηση, το αντικείμενο να αντιστοιχεί και πάλι με το ξένο και το μισητό». Το αντικείμενο κρατά μέσα στον πυρήνα του, ως θεμελιώδη ουσία που το συνιστά, το ίχνος της σηματοδότησής του ως ξένου, ασύμβατου, αποβληθέντος και μισητού από το εγώ.

Έτσι το μίσος είναι μία σχέση με το αντικείμενο πιο παλιά από τη σχέση της αγάπης, πηγάζει από τις ενορμήσεις αυτοσυντήρησης του εγώ, αποτελεί έκφραση της πρωταρχικής άρνησης (μη αποδοχής) που το ναρκισσικό εγώ αντιπαραθέτει στον εξωτερικό κόσμο και συγκροτείται ως το αντίθετο της αγάπης κάτω από την επίδραση της σχέσης ευχαρίστηση-δυσαρέσκεια.

«Η αγάπη προέρχεται από την ικανότητα που έχει το εγώ να ικανοποιεί ένα μέρος των ενορμητικών του τάσεων κατά τρόπο αυτοερωτικό… Η αγάπη είναι ναρκισσική και ύστερα επεκτείνεται στα αντικείμενα που έχουν ενσωματωθεί στο εγώ». Αλλά, θα διερωτηθούμε, τα αντικείμενα που (ξανα)βρίσκονται δια της ανακλιτικής επιλογής του αντικειμένου, της ταύτισης και της γενεαλογικής εγγραφής δεν φέρουν στο πυρήνα τους το ίχνος του μίσους που τα συγκρότησε;

Παίρνοντας το παράδειγμα της Ηλέκτρας, θα επιχειρήσουμε να δείξουμε ότι κάποιες φορές η μόνη σωτήρια οδός που απομένει για το υποκείμενο περνά μέσα από τον θάνατο του μισητού μέρους του αντικειμένου ώστε το αντικείμενο να μπορέσει να λειτουργήσει ως αντικείμενο αγάπης και το υποκείμενο να εγκαταστήσει επιτέλους την αγάπη και το μίσος ως διαλεκτικά και δημιουργικά αντίθετα (κατά το μοντέλο Έρως-Θάνατος).

Ηλέκτρα

Η Ηλέκτρα είναι η κόρη του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας, του ζεύγους που βασιλεύει στο Άργος και στις Μυκήνες. Ήδη από την παιδική της ηλικία ζει γεγονότα που την σημαδεύουν: την θυσία της αδελφής της Ιφιγένειας για να αποπλεύσει ο ελληνικός στόλος για την Τροία, την μακρά απουσία του εξιδανικευμένου πατέρα της, τη συνεχή παρουσία του Αίγισθου που μοιράζεται το κρεβάτι και τον θρόνο με τη μητέρα της. Νιώθει να κινδυνεύει από αυτόν γιατί ανάμεσα στον Αγαμέμνονα και τον Αίγισθο, ξαδέρφια από την πατρική μεριά, διακινείται μίσος περισσότερων γενεών. Στηρίγματά της μέσα στην επώδυνη συνθήκη είναι ο πριγκηπικός τίτλος, η αναμονή του ελευθερωτή πατέρα και οι φροντίδες που δίνει στον μικρό αδελφό της Ορέστη.

Προς το τέλος της εφηβείας κάθε ελπίδα καταρρέει. Ο πατέρας επιστρέφει και αμέσως δολοφονείται από την μητέρα. Ο αδελφός της Ορέστης οριακά διαφεύγει τη δολοφονία από τον Αίγισθο χάρη στον παιδαγωγό του που τον οδηγεί μακριά από την πατρίδα, στην εξορία. Η ίδια διαφεύγει τον θάνατο χάρη στην προστασία της μητέρας της. Το σχήμα της προσωρινής απώλειας που μπορεί να μετατραπεί σε οριστική (Ιφιγένεια, Αγαμέμνων) αντί να λύνεται υπάρχει ο κίνδυνος να επαναληφθεί στην περίπτωση του Ορέστη αλλά και τον προσωπικών της απωλειών.

Για παράδειγμα: όταν φθάνει σε ηλικία γάμου ο Αίγισθος της απαγορεύει το γάμο μ’ έναν από τους κραταιούς πρίγκηπες που την ζητούν γιατί φοβάται πως ένας τέτοιος συνδυασμός μπορεί να γεννήσει τον εκδικητή του φόνου και τον διεκδικητή του θρόνου. Της δίνει ως σύζυγο έναν χωρικό, ευγενικής μεν καταγωγής, αλλά πάμπτωχο που ζει έξω από την πόλη. Ο γάμος που θα αντιστοιχούσε στην καταγωγή της (στο γένος) και στη φύση της μοιάζει οριστικά χαμένος. Τον παρόντα γάμο η Ηλέκτρα δεν τον επικυρώνει αρνούμενη να έχει σεξουαλικές σχέσεις με τον σύζυγό της. Η άρνηση αυτή, σύμφωνα με το ήθος της, συνεπάγεται και την πλήρη απουσία σεξουαλικής ζωής, άρα προσωρινή ή και οριστική απώλεια της απόκτησης παιδιών, απώλεια που θεωρείτο ως η μεγίστη για τους αρχαίους Έλληνες.

Η Ηλέκτρα, που το όνομα της δεν προέρχεται από το ήλεκτρον, δηλαδή «αυτό που λάμπει», αλλά από το α-λέκτρον, δηλαδή «χωρίς κρεβάτι», δεν έχει παρά δύο λύσεις μπροστά στις υπερσυμπυκνωμένες εσωτερικές και εξωτερικές εντάσεις που υφίσταται: α) τη συνέχιση μες στον χρόνο: να αποδεχθεί τον οριστικό χαρακτήρα ορισμένων καταστάσεων (ιδιαίτερα των απωλειών), να ολοκληρώσει το πένθος των χαμένων αντικειμένων, να διαλέξει νέα ερωτικά αντικείμενα, να συνεχίσει τη ζωή. Είναι ο δρόμος που υποστηρίζεται από τις διαδικασίες συμβολοποίησης και αποδοχής-μετασχηματισμού του ευνουχισμού. Είναι ο δρόμος που χαράζεται από την αποδοχή της θνητότητας του ανθρώπου, του μικρού, του περιορισμένου της ζωής, της πτώσης του σώματος, της αξίας της κάθε στιγμής, της ανάγκης για τη διαλεκτική κίνηση ανάμεσα στην ανάγκη και στην ευχαρίστηση, στην επένδυση και στην αποεπένδυση της καθημερινότητας, εν τέλει, να ζεις ανάμεσα στο επιζείν και στο ευ ζειν. Είναι ο δρόμος που επέλεξε η αδελφή της Χρυσόθεμις, ένας θεατρικός χαρακτήρας που δεν αναπτύσσεται ιδιαίτερα στην τραγωδία παρά μόνο όσο χρειάζεται για να τονιστεί ακόμη περισσότερο το πρόσωπο της Ηλέκτρας. Είναι ο δρόμος που η Ηλέκτρα δηλώνει πως απεχθάνεται και μισεί. β) Η δεύτερη λύση, είναι να σταματήσει τον χρόνο: είναι η οδός της ψυχικής ακινησίας, της ανικανότητας να δεχθεί το τέλος των πραγμάτων, της ανεπάρκειας για νέες συμβολοποιήσεις, έρωτες, αγάπες, επενδύσεις, μεταθέσεις. Είναι ο δρόμος της μη-αποδοχής του ελλείμματος της ζωής.

Κατά την πρώτη λύση το άτομο αποδέχεται την θνητότητα, αυτήν την ριζική ασυνέχεια που γεννά το θεμελιώδες μίσος (Fr. Gantheret, 1986), ως το κύριο χαρακτηριστικό του ανθρώπινου πεπρωμένου, και εξ αιτίας αυτής της παραδοχής, ενάντια σ’ αυτήν, ζει. Κατά τη δεύτερη λύση, το άτομο, ανίκανο να αποδεχθεί τη σχάση, που θα τον χωρίσει σ’ ένα πραγματικό θνητό και σ’ ένα φαντασιωσικό άχρονο, έχει ανάγκη να σταματήσει την ροή του χρόνου και της ζωής για να αρνηθεί τη ριζικότητα του θανάτου. Για να τα καταφέρει έχει ανάγκη από ένα μεγαλειώδες τέχνασμα το οποίο θα επικαλύψει το παράλογο, από τη φύση του, θέμα του θανάτου, με μία αιτιότητα που εξαρτάται από το νόμο, θεών και ανθρώπων. Έτσι, εκλογικεύοντας τον θάνατο, ο άνθρωπος προσπαθεί να τον μετατρέψει σε αντικείμενο της σκέψης, αντικείμενο της πολιτικής, της ηθικής, της πίστης, με στόχο το να απομακρύνει τη σκέψη του προσωπικού θανάτου από τον χώρο του συναισθήματος, όπου βρίσκεται/εκδηλώνεται ως ενέργεια αδέσμευτη, αφόρητη, διαλυτική. Το τέχνασμα συνίσταται στο να τεθεί πάνω στη φύση όχι μία επίφυσις αλλά μία υπέρφυσις την οποία θα θεωρούμε ως πραγματική. Γιατί μοιάζει το μόνο όπλο ενάντια στον θάνατο, να ‘ναι ο ίδιος ο θάνατος.

Η παγωμένη ζωή της Ηλέκτρας θα κινητοποιείται μόνο από το μίσος, την επικυριαρχία των ενορμήσεων θανάτου πάνω στις ερωτικές ενορμήσεις· ένα μίσος που παγιδεύει την ηδονή σε περιοχές έξω από τον έρωτα, στους τόπους της αφάνισης του άλλου και του εαυτού. Τι θέλει τελικά η Ηλέκτρα;

Ακολουθώντας μία ψυχαναλυτική ανάγνωση της επιφάνειας –κάτι που δεν σημαίνει «μία επιφανειακή ανάγνωση» -η Ηλέκτρα μοιάζει να είναι καθηλωμένη στο οιδιπόδειο σύμπλεγμα, επιθυμώντας τον πατέρα και ανταγωνιζόμενη την μητέρα. Το μίσος για τη μητέρα μοιάζει να είναι συνέχεια της απώλειας του πατέρα που η μητέρα της επέβαλε. Στις διασωθείσες τραγωδίες πολλά στοιχεία συνηγορούν γι’ αυτό. Το σημαντικότερο, ίσως, είναι γλωσσικής φύσεως: πρόκειται για τον επαναλαμβανόμενο φραστικό τύπο με τον οποίο η Ηλέκτρα κατηγορεί τη μητέρα της ότι σκότωσε τον σύζυγό της και όχι τον πατέρα της.

Αυτή η οιδιπόδεια καθήλωση δεν βρίσκει λύση γιατί δεν έχει την απαραίτητη συνθήκη για να μετασχηματισθεί· δεν υπάρχει «καλό» αντικείμενο για να στηρίξει τις διαδικασίες μετασχηματισμού ούτε από τη μεριά του πατέρα, ούτε από τη μεριά της μητέρας. Στο κείμενο του «Γιατί το κακό;» ο André Green (1988) δείχνει ότι το Υπερεγώ, κληρονόμος του οιδιπόδειου συμπλέγματος, δημιουργείται από τον μετασχηματισμό της αρχικής διάκρισης – διαχωρισμού ανάμεσα σ’ ένα κεκαθαρμένο εγώ-ευχαρίστηση που έχει ενσωματώσει το καλό αντικείμενο και σε ένα αντικείμενο ξένο και μισητό: το πρώτο μετατρέπεται σε αντικείμενο της αιμομικτικής επιθυμίας και το δεύτερο στο εμπόδιο για την πραγματοποίηση αυτής της επιθυμίας. Όμως, για την Ηλέκτρα, όπως και για πολλά άτομα που η οργάνωση τους παραμένει παγωμένη σ’ ένα ναρκισσικό εγώ, η διαλεκτική αυτή δεν υφίσταται γιατί το ανώριμο εγώ είναι παγιδευμένο από ένα ενσωματωμένο αντικείμενο φαινομενικά «καλό» αλλά γεμάτο από σχέδια θανάτωσης ή μη-ζωής του παιδιού. Στην περίπτωση της Ηλέκτρας ένας τέτοιος τύπος αντικειμένου έρχεται από τη μεριά και των δύο γονέων, συνθήκη που οδηγεί το υποκείμενο σε υπέρτατη οδύνη. Ας δούμε από πιο κοντά: 

Από πατέρες παιδοκτόνους

Ο Αγαμέμνων προέρχεται από μία γενεαλογία πατέρων παιδοκτόνων. Ο Τάνταλος, ο προπάππος του, που είναι γιος του Δία, δολοφονεί τον γιο του Πέλοπα, τον κομματιάζει, τον μαγειρεύει και τον προσφέρει στους θεούς. Πρόκειται για μία πράξη που εισάγει την αμφισημία και το διφορούμενο σχετικά με τις διαθέσεις του πατέρα: σύμφωνα με κάποιους μυθολόγους πρόκειται για μία πράξη ευλάβειας γιατί ο Τάνταλος θυσιάζει το γιο του μια και δεν έχει άλλο θυσιαστήριο θύμα να προσφέρει στους θεούς· κατ’ άλλους, πρόκειται για κάποιον πονηρό που θέλει να ελέγξει την εξυπνάδα των θεών. Ο Πέλοψ ανασταίνεται από τον Ποσειδώνα· παντρεύεται την Ιπποδάμεια (της οποίας έχει σκοτώσει τον πατέρα) και γεννά δύο γιους, κατά σειρά, τον Ατρέα και τον Θυέστη. Το μίσος κυβερνά τη σχέση μεταξύ των δύο ανδρών: ο Ατρέας σκοτώνει τρεις γιους του Θυέστη, τους τεμαχίζει, τους μαγειρεύει και του τους προσφέρει ως γεύμα. Στο τέλος του δείπνου ο Ατρέας δείχνει στον Θυέστη τα κεφάλια των δολοφονημένων παιδιών του και ο Θυέστης ανακαλύπτει και την απαίσια ανθρωποφαγία που επιτέλεσε. Στη συνέχεια ο Θυέστης αποκτά έναν γιο με την κόρη του Πελοπία, η οποία παντρεύεται τον θείο της Ατρέα. Ο Ατρέας ανατρέφει το παιδί της Πελοπίας, τον Αίγισθο, και όταν αυτό μεγαλώνει του ζητά να σκοτώσει τον Θυέστη. Όταν ο Αίγισθος ανακαλύπτει ότι ο Θυέστης είναι ο πατέρας του, του χαρίζει τη ζωή, επιστρέφει στις Μυκήνες και σκοτώνει τον Ατρέα. Ο Ατρέας είναι ο πατέρας του Αγαμέμνονα. Ο Αίγισθος είναι ο ξάδερφος του Αγαμέμνονα, ο δολοφόνος του πατέρα του, ο εραστής της γυναίκας του, ο δικός του δολοφόνος και το θύμα της δολοφονίας από τον Ορέστη, τον γιο του Αγαμέμνονα.

Ο Αγαμέμνων, πάλι, δεν γίνεται σύζυγος της Κλυταιμνήστρας, παρά αφού έχει σκοτώσει τον σύζυγό της και τον νεογέννητο γιο της. Έτσι, η παιδοκτονία της Ιφιγένειας είναι η επανάληψη ενός σταθερού μοτίβου στη γενεαλογία των Ατρείδων που οργανώνει τις συγκρούσεις και δομεί την εξουσία.

Η Ηλέκτρα ταυτιζόμενη με την αδελφή της καταλαβαίνει ότι, εν δυνάμει, απειλείται από τον πατέρα της. Το μίσος που της γεννιέται προέρχεται από την ενεργοποίηση του ενστίκτου αυτοσυντήρησης. Όμως, με το μίσος αυτό εκτίθεται διπλά στον θάνατο: α) αν αποδεχθεί να είναι ένα παιδί φαλλικό-εξάρτημα για τους άνδρες της γενεαλογίας της εκτίθεται στην πιθανότητα του φυσικού θανάτου β) αν δεν αποδεχθεί αυτή τη θέση, τίθεται, εκτός της γενεαλογίας, γίνεται άνθρωπος χωρίς όνομα, ένας ζωντανός αλλά ήδη νεκρός για τους άλλους ανθρώπους. Για να σωθεί δεν έχει παρά μία λύση: να μετασχηματίσει το μίσος σε εξιδανίκευση του πατέρα, του εαυτού της και της σχέσης τους. Επαναλαμβάνει την ίδια κίνηση εξιδανίκευσης-μετουσίωσης που πριν μερικά χρόνια είχε πραγματοποιήσει η αδελφή της Ιφιγένεια, ταυτιζόμενη με τον επιτιθέμενο-θύτη και προσφέροντας τον εαυτό της για θυσία. Η Ηλέκτρα λατρεύει τον επιτιθέμενο πατέρα της και μισεί τον επιτιθέμενο στον επιτιθέμενο, δηλαδή την μητέρα της Κλυταιμνήστρα, ίσως γιατί του έκανε όλα όσα η ίδια θα ήθελε να του κάνει: να τον σκοτώσει για να σκοτώσει τον παιδοκτόνο πατέρα, για να καταργήσει το δικαίωμα των πατέρων να σκοτώνουν τα παιδιά τους, για να εγκαταστήσει την απαγόρευση, το ταμπού της παιδοκτονίας. Το «καλό» αντικείμενο για να ενσωματωθεί από την μεριά του πατέρα θα ήταν ένας πατέρας που σέβεται μες στην πραγματικότητα την απαγόρευση της παιδοκτονίας και που την καταπατά στο συμβολικό και στο φαντασιωσικό επίπεδο.

Από μητέρες που γεννούν φίδια

Στην αρχή της τραγωδίας του Αισχύλου Χοηφόροι, στην πρώτη αντιστροφή, ανακοινώνεται ένα τρομακτικό όνειρο της Κλυταιμνήστρας. Το περιεχόμενό του δεν το μαθαίνουμε παρά στο μέσον της τραγωδίας. Το διηγείται η κορυφαία και το ερμηνεύει αυτομάτως ο Ορέστης. Η Κλυταιμνήστρα ονειρεύθηκε ότι έφερε στον κόσμο ένα φίδι. Το τύλιξε στα σπάργανα, σαν να ήταν μωρό, το έβαλε στο στήθος της να θηλάσει. Το φίδι τράβηξε από το στήθος ένα πήγμα με αίμα και γάλα. Η Κλυταιμνήστρα ξύπνησε ουρλιάζοντας από τον τρόμο. Ο Ορέστης που ακούει το όνειρο το ερμηνεύει με τρόπο που ταιριάζει με τις προοπτικές του, όπως παραδέχεται: «Πρέπει, όπως έθρεψε αυτό το τρομακτικό τέρας, έτσι να πεθάνει από βίαιο θάνατο –και εγώ είμαι το φίδι που θα την σκοτώσει, όπως το ανακοινώνει το όνειρο».

Όμως ποιες είναι οι δικές μας προοπτικές –χωρίς να αρνηθούμε την αξία που έχει για την οικονομία του δράματος ο προφητικός χαρακτήρας του ονείρου; Δύο προοπτικές ανοίγονται, αλλά και στις δύο η γυναίκα-μητέρα είναι μιας θηριωδίας που «πρέπει να θανατωθεί». Στην πρώτη προοπτική βλέπουμε μία παντοδύναμη Κλυταιμνήστρα που κατάγεται από το πρότυπο της Γαίας που γεννά το φίδι Πύθων (και στη συνέχεια η Αθηνά γεννά την Ερεχθέα). Το αντικείμενο αυτό πάσχει και προκαλεί πάθος και πάθη από την υπερβολή της διέγερσης που διακινεί. Το να το σκοτώσεις θα είναι η απόδειξη της ανεπάρκειάς του, της θνητότητάς του, της υπαγωγής του στο ανθρώπινο γένος. Θρυμματίζοντας αυτόν τον καθρέπτη της γυναικείας φαλλικής παντοδυναμίας η Ηλέκτρα ευνουχίζει την μητέρα της και άρα μπορεί πλέον να την ενσωματώσει. Αποκτώντας μία τέτοια ψυχική υποδοχή μπορεί πλέον να επιθυμεί την επιθυμία και τον φαλλό του άνδρα.

Αν αυτή η πρώτη προοπτική διαχειρίζεται το θέμα της μητέρας ως ολόκληρο αντικείμενο (objet total), η δεύτερη προοπτική θέτει το ζήτημα της μητέρας ως μερικό αντικείμενο (objet partiel) με τη μορφή και τη λειτουργία του στήθους. Δεν θέτω το ζήτημα για να ανακινήσω την πολύ ενδιαφέρουσα επιχειρηματολογία μεταξύ στήθους και πέους (Jean Gilibert, 1978). Η προσοχή μου στρέφεται κυρίως προς την δυναμική της συνάντησης «βρέφος-στόμα-γάλα-στήθος», αυτή την μυθική εναρκτήρια στιγμή της δημιουργίας του εικονογράμματος (P.Aulagnier, 1975) που λειτουργεί ως βάση για την ψυχική δημιουργία του υποκειμένου και του αντικειμένου. Ο Francois Gantheret («La haine en son principe», 1986) σκεπτόμενος αυτή τη «στιγμή» ασκεί κριτική στον Jean Laplanche που λέει ότι το πέρασμα από το αντικείμενο της ανάγκης, το γάλα, στο σεξουαλικό αντικείμενο, το στήθος, γίνεται με όρους συνέχειας (contiguité), μετάθεσης μίας αναπαράστασης σε μία άλλη κατά τον τρόπο της μετωνυμίας, όπως την χρησιμοποιεί η πρωτογενής διαδικασία. Σύμφωνα με τον Francois Gantheret το γάλα είναι ουσία (substance) ενώ το στήθος είναι αντικείμενο. «Δεν υπάρχει συνέχεια ανάμεσα σ’ ένα αντικείμενο-γάλα και σ’ ένα αντικείμενο-στήθος, αλλά δημιουργία ενός αντικειμένου που παίρνει τη θέση μιας ουσίας». Αυτή η δημιουργία υποστηρίζεται από τον χαρακτήρα της συμπληρωματικότητας αυτής της ουσίας με την ερωτογενή ζώνη που προτείνεται να πάρει τη θέση της και κυρίως από την εργασία των ερωτικών ενορμήσεων που εμπλέκουν τους δύο πρωταγωνιστές της συνάντησης, τη μητέρα και το βρέφος. Αλλά στην περίπτωση της Κλυταιμνήστρας, στο φαντασιακό μέρος του ονείρου, ο θηλασμός που προσφέρει περιέχει δύο ουσίες (γάλα, πήγμα αίματος) και εκφράζει, και από τις δύο πλευρές, επιθυμίες ζωής και θανάτου (αν δεχθούμε ότι στο έκδηλο μέρος του ονείρου συμβαίνει η επίθεση από τη μεριά του παιδιού-φιδιού και στο λανθάνον, ακριβώς το αντίθετο). Πώς θα είχαν εξελιχθεί τα πράγματα για την Κλυταιμνήστρα και τα παιδιά της αν εκείνη τη «στιγμή» ήταν ικανή να εμπεριέξει και τις δύο τάσεις, αν μπορούσε να τοποθετεί σαν το αντικείμενο της καταθλιπτικής θέσης (position) κατά την Melanie Klein; Σίγουρα πολύ διαφορετικά: θα μπορούσε να επιτρέψει στο πρώιμο βρεφικό εγώ την ενσωμάτωση ενός αντικειμένου ικανού να κρατά τη διπλή σύστασή του, παρά τις τάσεις της ζωής και του θανάτου. Αλλά η Κλυταιμνήστρα δεν είναι μία μητέρα ικανή να συγκρατήσει ψυχικά μία τέτοια ονειροπόληση κατά τη διάρκεια του θηλασμού, μία τέτοια φαντασίωση κατά τη διάρκεια του ονείρου. Οι ψυχικές της ικανότητες καταρρέουν· η πράξη αναλαμβάνει να ρίξει την ένταση. Αυτό έχει δύο άσχημες συνέπειες: α) παλινδρόμηση και καθήλωση του παιδιού στην σχιζοπαρανοειδή θέση β) πράξη έναντι της σκέψης. Η Ηλέκτρα δεν μπορεί να μπει στη συνδυαστική σκέψη η οποία απαιτεί ως βάση το καταθλιπτικό αντικείμενο (αλλιώς, τη θέση-αντίθεση). Η Ηλέκτρα είναι υποχρεωμένη να πράττει.

Η πράξη και η νέα επιφάνεια

Στερημένη ενδοψυχικά από το imago μιας, κατά Bion, μητέρας ικανής να μεταβολίζει τις σωματικές εντάσεις του παιδιού σε ψυχικά παράγωγα, η Ηλέκτρα ζει «τη συνάντηση με το αυθαίρετο της καταχρηστικής βίας, της εξουσίας που επιτίθεται στο σώμα και στη σκέψη και που αρνείται κάθε επιθυμία και κάθε ετερότητα. Η απώλεια του νοήματος, η μη δυνατότητα να καταφύγει κανείς έστω και με τη σκέψη σε κάποια αιτιότητα γεννά μία σπλαχνική βία για ο,τιδήποτε μπορεί να παρουσιάζεται ως αιτία του είναι» (Micheline Enriquez, 1984). Αλλά για να επιβιώσει έχει ανάγκη κάποιας αιτιότητας· ανίκανη να δημιουργήσει κάποια για την κατάσταση του είναι της, δημιουργεί, δια μεταθέσεως, κάποια άλλη η οποία μετακινεί το ζήτημα από την παιδοκτονία στην μητροκτονία. Περιμένει «μες σ’ έναν σωματικό καταναγκασμό τέτοιο που αυξάνει υπέρμετρα την εν δυνάμει καταδιωκτικότητα του σώματος. Αυτό το επιμένον καταναγκαστικό βίωμα που συγκροτείται από διάφορους χειρισμούς αντικειμένων, από διαστροφικές σαγηνεύσεις, από υπερβολές (ή ανεπάρκειες) επαφών και φροντίδων, είτε οργανώνεται μες στις διεργασίες εξιδανίκευσης και ταύτισης και μες στις συνέπειες ενός λόγου παρανοϊκού ή μαζοχιστικού είτε, αντίθετα, είναι βίωμα στερημένο από κάθε νόημα που θα μπορούσε να το κάνει να μοιάζει με κάτι…» ίσως θα έλεγε η Micheline Enriquez, της οποίας παραθέσαμε αυτές τις γραμμές σχετικά με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Γιατί για την Hλέκτρα το Άργος δεν είναι παρά στρατόπεδο συγκέντρωσης και εξόντωσης.

Για να βγει από αυτή τη στάση του Χρόνου και του Είναι χρειάζεται την πράξη. Ενώ γίνονται χοές πάνω από τον τάφο του Αγαμέμνονα η κορυφαία ζητεί από την Ηλέκτρα να ευχηθεί κάτι για τους φονιάδες. Ηλέκτρα: «Τι να πω; Εξηγήσου μου…να μάθω κι εγώ….». Κορυφαία: «Να ‘ρθει γι’ αυτούς κάποιος, θεός ή άνθρωπος». Ηλέκτρα: «Δικαστής; Εκδικητής; Τι απ’ τα δύο; Ποια λέξη να πω;». Κορυφαία: «Πες το απλά: ένας που θα ανταποδώσει τον φόνο!», (Αισχύλος, Χοηφόροι, 117-121). Αυτός ο δολοφόνος θα έρθει και θα ανταποδώσουν μαζί τον θάνατο του πατέρα τους, ψάχνοντας για μία λύση στο αδιέξοδό τους. Μία λύση που θα επιτρέψει ξανά στον χρόνο να κυλήσει και στη σκέψη να οργανώσει το δικαίωμα στον φόνο μέσα σε ευρύτερα και περισσότερο επεξεργασμένα πλαίσια. Ο φόνος της μητέρας και του εραστή της θα πάρει διαφορετικό νόημα στον κάθε δραματουργό. Στον Αισχύλο, η ενοχή και η τιμωρία που μεταδίδεται από γενιά σε γενιά θα γεννήσει μία νέα τάξη δικαίου που θα προσδιορίζεται σ’ όλα τα επίπεδα (θεοί, πόλις, γεννήτορες) από την οριακή επικράτηση της πατριαρχίας. Στον Σοφοκλή, που έγραψε αργότερα τον κύκλο των Ατρείδων, το θέμα της μητροκτονίας μοιάζει να υποχωρεί για να προβάλει το αδιέξοδο και η κατανόηση της Ηλέκτρας που βρίσκεται μες στη «μαύρη νύχτα». Οι διαδικασίες εμπλέκουν περισσότερα πρόσωπα, συμβαίνουν σε περισσότερα μέρη, οργανώνουν νέα δίκτυα εξουσίας, καθορίζουν νέες δίκες. Το τέχνασμα της οργάνωσης του δικαιώματος στον φόνο προχωρά. «Το μίσος» λέει ο J.-B. Pontalis (1986) «είναι σκοτεινό, αγνοεί αυτό που το ενεργοποιεί και έχει ανάγκη να το αγνοεί για να διατηρείται χωρίς τέλος μες στον χρόνο. Το μίσος είναι άνομο και το γνωρίζει. Ίσως είναι το μόνο πράγμα που γνωρίζει για τον εαυτό του. Να γιατί θέλει πάντα να θεμελιώνεται σε έννοιες δικαίου».

Κατά συνέπεια οι τραγωδίες που θεμελίωσαν έναν τυπικό λόγο, που δημιούργησαν μία νομική επιφάνεια, κέρδισαν μία εξέχουσα θέση στην Ιστορία: η τριλογία του Αισχύλου, η Ορέστεια και η Ηλέκτρα του Σοφοκλή. Και ιδιαίτερα τα μέρη τους όπου οι πρωταγωνιστές ανταλλάσουν επιχειρήματα, οι λεγόμενοι «αγώνες λόγου» που μεταφέρουν μες στη θεατρική σύμβαση τους αγώνες της αγοράς (A.Alexandridis, 1999). Αλλά για μένα, η Ευριπίδεια Ηλέκτρα είναι η πιο σπαρακτική. Μόνο αυτή και μόνο αφού πραγματοποίησε τον φόνο της μητέρας, αφού σκότωσε το κακό κομμάτι της μπορεί να την ανασυγκροτήσει σε καλό και κακό, μαζί, αντικείμενο, και να την αγαπήσει. Απευθυνόμενη στο πτώμα της μητέρας της και δίνοντάς του τις νεκρικές τιμές μπορεί πια να πει «Μητέρα αγαπητή, μητέρα μισητή, βλέπεις, σε τυλίγουμε μέσα σ’ αυτό το σεντόνι…» (1234).

Η πράξη του κακού δεν λειτουργεί ως οργανωτής παρά μόνο όταν θίγει τα επιφανειακότερα στρώματα (A.Green, 1988). Όταν το κακό προέρχεται από τα αρχέγονα στρώματα της ψυχικής ζωής, όπως το υποθέσαμε για την Ηλέκτρα και τα αδέλφια της, η έκσταση που προκαλείται από την πράξη του κακού είναι ακόμη πιο αποδιοργανωτική. Αυτό δείχνεται εξαιρετικά στον Ορέστη του Ευριπίδη.

Το δράμα έχει συντελεσθεί, ο αδελφός και η αδελφή βρίσκονται μετά τον θάνατο σε ακόμη αθλιότερη κατάσταση, με δύο ακόμη πτώματα στα χέρια. Χωρίς καμία κάθαρση και λύση, ακόμη πιο αποξενωμένος ο ένας από τον άλλο μέχρι να πραγματοποιηθεί και ο οριστικός, μέχρι θανάτου, χωρισμός τους. Η πράξη έχει αρχίσει να τους αποδιοργανώνει την σκέψη. Πανικόβλητοι, χωρίς όρια λογικής και θράσους, «σχεδιάζουν» την αυτοκτονία, άλλους φόνους, την απάτη, την ηρωοποίησή τους. Η εσωτερική ένταση δεν βρίσκει πια την ψυχική οδό. Δρουν χωρίς αντικείμενο, χειρονομούν χωρίς νόημα, χωρίς τέλος….μέχρι που το τέλος έρχεται σχεδόν γελοία από τον «από μηχανής» θεό που διευθετεί τα πάντα: ο Απόλλων «σωστά» έδωσε την εντολή για τη μητροκτονία (αν και υπονοείται ότι έκανε λάθος), ο Ορέστης θα δικασθεί στην πόλη από ανθρώπους, η Ηλέκτρα θα παντρευτεί τον Πυλάδη και θα οδηγηθεί σε μία «φυσιολογική» ζωή, ο γεωργός σύζυγός της, που τη σεβάστηκε, θα αποκατασταθεί…

Ο χρόνος φαίνεται να «ξεπαγώνει», η ζωή να «κυλά», όμως η ευριπίδεια ειρωνεία δεν αφήνει κανένα περιθώριο για προσδοκίες ευτυχούς τέλους. Τι μένει μετά από τόσο πόνο, τόση μάχη με την ανθρώπινη καταστροφικότητα; Η ανθρώπινη οδός, όπως την συμπυκνώνει ο Ορέστης, μιλώντας σαν πολίτης της Αθηναϊκής πολιτείας του κλασσικού αιώνα: «ομιλία και ήθος». Και εγώ, μιλώντας σαν πολίτης του ψυχαναλυτικού αιώνα: «το ήθος της ομιλίας».

Βιβλιογραφία

  • ALEXANDRIDIS, A., Archaïque et symbolique dans la trahison, à partir d’ «Hippolyte» d’ Euripide, in: SCARFONE, Dom.(éd), De la trahison, Presses Universitaires de France, Paris, 1999, 145-167.
  • AULAGNIER, P., La violence de l’ interprétation, Presses Universitaires de France, Paris, 1975.
  • ESCHYLE, SOPHOCLE, EURIPIDE, Théâtre Complet, trad. De Victor-Henri Debidour, La Pochothèque, éd. de Fallois, Paris, 1999.
  • ENRIQUEZ, M., Aux carrefours de la haine, Epi, éd. Desclée de Brouwer, Paris, 1984.
  • FREUD, S., (1915), Pulsions et destins des pulsions, in: Freud, S., Métapsychologie, trad. J. Laplanche et J.-B. Pontalis, éd. Gallimard, Paris.
  • GANTHERET, Fr., La haine en son principe, Nouvelle Revue de Psychanalyse, n. 33, Printemps 1986, 63-73.
  • GILIBERT, J., De l’ equivalence (?) sein / phallus, in: GILIBERT, J., Une quête phallique, Payot, Paris, 1978, 207-210.
  • GREEN, A., Pourquoi le mal?, Nouvelle Revue de Psychanalyse, 38, Automne 1988, 239-261.
  • GRIMAL, P., Dictionnaire de la mythologie grecque et romaine, Presses Universitaires de France, Paris.
  • LAPLANCHE, J., Vie et mort en psychanalyse, Flammarion, Paris.
  • PONTALIS, J.-B., La haine illégitime, Nouvelle Revue de Psychanalyse, n. 33, Printemps 1986, 273-280.